Η έρευνα του Χάρη Καρανίκα για το Ant1news.gr για τα αποκαλυπτικά έγγραφα που ξετυλίγουν την προ ετών διαδρομή εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων ρωσικού κρατικού ενεργειακού κολοσσού προς εταιρεία Πακιστανού επιχειρηματία, ο οποίος δραστηριοποιείται και στην χώρα μας. Η ένταξή του στη λίστα των ευρωπαϊκών κυρώσεων στα μέσα Δεκεμβρίου προκάλεσε τη δέσμευση των περιουσιακών του στοιχείων στην Ελλάδα.
Του Χάρη Καρανίκα
Κατά τη διάρκεια του πρώτου χρόνου του πολέμου στην Ουκρανία, η εικόνα της Ελλάδας στους διαδρόμους των Βρυξελλών, σε ό,τι αφορούσε την εφαρμογή των ευρωπαϊκών κυρώσεων κατά της Ρωσίας και συγκεκριμένα κατά των ολιγαρχών και των προσώπων που σχετίζονται με το σύστημα Πούτιν, δεν ήταν από τις καλύτερες δυνατές. Ενώ η Ιταλία είχε προχωρήσει σε εντυπωσιακές κινήσεις, δεσμεύοντας ιδιωτικά περιουσιακά στοιχεία —από πολυτελείς βίλες στη Σαρδηνία μέχρι υπερσύγχρονα γιοτ— συνολικής αξίας 2,3 δισεκατομμυρίων ευρώ, και η Γαλλία ακολουθούσε με δεσμεύσεις ύψους 1,2 δισεκατομμυρίων ευρώ, η Ελλάδα παρουσίαζε έναν απολογισμό που δεν μπορούσε να συγκριθεί με τα προαναφερόμενα ποσά: το ελληνικό κράτος είχε καταφέρει να παγώσει 212.000 ευρώ.
Το ποσό αυτό αφορούσε κυρίως μικρά υπόλοιπα τραπεζικών λογαριασμών σε ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα που ανήκαν σε φυσικά πρόσωπα στις λίστες των κυρώσεων, τα οποία τυχαία διατηρούσαν κεφάλαια στη χώρα. Εσωτερικό έγγραφο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο είχε διαρρεύσει στο Reuters το 2023, φέρεται να κατέτασσε την Ελλάδα, μαζί με τη Μάλτα, στους “ουραγούς” της προσπάθειας, σημειώνοντας σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά: “Είναι λίγο παράξενο. Είτε δεν έχουν τίποτα, είτε δεν κάνουν τη δουλειά τους”.
Η ανατροπή ήρθε πρόσφατα με μία απόφαση του Συμβουλίου της ΕΕ. Στο στόχαστρο δεν βρέθηκε κάποιος διάσημος Ρώσος ολιγάρχης, αλλά ένας Πακιστανός επιχειρηματίας στο χώρο της ενέργειας, ο Μουρτάζα Λακχανί. Η δέσμευση των περιουσιακών του στοιχείων στην Ελλάδα —που περιλαμβάνουν τη εταιρεία καυσίμων Cetracore-Jetoil— μετέτρεψε την Αθήνα από “ουραγό” σε έναν από τους “πρωταγωνιστές” της ΕΕ στην εφαρμογή των κυρώσεων κατά της Ρωσίας.
Η μοναδική, μέχρι πρότινος, προσπάθεια των ελληνικών αρχών να “αγγίξουν” περιουσιακό στοιχείο μεγάλης αξίας που συνδεόταν με ρωσικά συμφέροντα αφορούσε το δεξαμενόπλοιο “Pegas”, το οποίο μετονομάστηκε σε “Lana”. Στις 15 Απριλίου 2022, το πλοίο, μεταφέροντας ιρανικό πετρέλαιο, αγκυροβόλησε κοντά στην Κάρυστο λόγω μηχανικής βλάβης. Η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες διέταξε την δέσμευση του, με το σκεπτικό ότι ανήκε στη ρωσική τράπεζα Promsvyazbank, η οποία βρισκόταν στη λίστα των κυρώσεων της ΕΕ.
Ωστόσο, οι νομικοί εκπρόσωποι των ρωσικών συμφερόντων ήταν ένα βήμα μπροστά καθώς, όπως φάνηκε, η ιδιοκτησία του πλοίου είχε μεταβιβαστεί νωρίτερα σε μια εταιρεία ονόματι Transmorflot, η οποία δεν ήταν στη ευρωπαϊκή λίστα — μια κλασική τακτική που χρησιμοποιείται για την αποφυγή των κυρώσεων. Το θέμα περιπλάκηκε όταν οι ΗΠΑ προσπάθησαν να κατασχέσουν το φορτίο του ιρανικού πετρελαίου, προκαλώντας την οργή της Τεχεράνης, η οποία απάντησε με αντίποινα, καταλαμβάνοντας δύο ελληνικών συμφερόντων τάνκερ στον Περσικό Κόλπο.
Στη συνέχεια, ελληνικό δικαστήριο έκρινε τη δέσμευση παράνομη και τον Ιούνιο του 2022, το “Lana” αφέθηκε ελεύθερο να αποπλεύσει. Έκτοτε, η Ελλάδα δεν είχε ξανά ευκαιρία να παγώσει μεγάλα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία. Για παράδειγμα, το αξίας 65 εκατομμυρίων δολαρίων γιοτ “Clio” του ολιγάρχη Όλεγκ Ντεριπάσκα, περνούσε κοντά από τα ελληνικά χωρικά ύδατα αλλά δεν προσέγγιζε ποτέ, επιλέγοντας την ασφάλεια των τουρκικών ακτών, στο Γκότσεκ, που είχε μετατραπεί σε παράδεισο για τα ρωσικά σκάφη.
Κι ύστερα, στις 15 Δεκεμβρίου 2025, τέθηκε σε ισχύ ο εκτελεστικός κανονισμός του Συμβουλίου της ΕΕ: Το πρώτο πρόσωπο κατά του οποίου επιβάλλονταν κυρώσεις ήταν ο Μουρταζά Λακχανί, επιχειρηματίας με συμφέροντα στον κλάδο της ενέργειας. “Μέσω των εταιρειών του, διευκολύνει τις αποστολές και τις εξαγωγές ρωσικού πετρελαίου, ιδίως από τη ρωσική κρατική πετρελαϊκή εταιρεία Rosneft” αναφερόταν στην ευρωπαϊκή απόφαση, όπου γινόταν ξεκάθαρο ότι ο ίδιος δραστηριοποιείται σε οικονομικό τομέα που αποτελεί σημαντική πηγή εσόδων για την κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας. “Επίσης ελέγχει σκάφη τα οποία μεταφέρουν αργό πετρέλαιο ή προϊόντα πετρελαίου, προερχόμενα ή εξαγόμενα από τη Ρωσία, ενώ παράλληλα εφαρμόζουν αντικανονικές και υψηλού κινδύνου ναυτιλιακές πρακτικές”, επισημαίνονταν. Ο ίδιος επέκρινε την απόφαση της ΕΕ να του επιβάλει κυρώσεις. “Δεν κατέχω κανένα σκάφος, ούτε άμεσα ούτε έμμεσα, και θεωρώ ότι η βάση για αυτά τα μέτρα είναι ανυπόστατη”, ανέφερε σε γραπτή δήλωση που απεστάλη στους Financial Times.
Ο Μουρτάζα Λακχανί δεν θεωρείται “τυχαίος” επιχειρηματίας. Γεννημένος στο Καράτσι του Πακιστάν το 1962, σε μια οικογένεια με βαθιές ρίζες στο εμπόριο, έμαθε από νωρίς τους κανόνες της αγοράς. Η οικογένειά του εμπορευόταν βασικά αγαθά —ρύζι, βαμβάκι, σιτάρι— και ο νεαρός Μουρτάζα μυήθηκε στη διαχείριση της εφοδιαστικής αλυσίδας και τις διασυνοριακές συναλλαγές σε αναπτυσσόμενες αγορές.
Αργότερα, αποκτώντας την υπηκοότητα του Καναδά, κατάφερε να συνδυάσει δύο κόσμους: την επιφάνεια ενός σεβαστού επιχειρηματία στη Δύση με την ευελιξία και την τόλμη που απαιτούσαν οι ταραγμένες αγορές της Μέσης Ανατολής.
Σύμφωνα με πληροφορίες, τη δεκαετία του '90, την εποχή του προγράμματος «Πετρέλαιο αντί Τροφίμων» του ΟΗΕ, ο Λακχανί ήταν ο άνθρωπος της Glencore, του παγκόσμιου κολοσσού εμπορίας φυσικών πόρων, στη Βαγδάτη. Σε μια περίοδο που το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν ήταν διεθνώς απομονωμένο, αυτός ήταν ο “αγωγός” μέσω του οποίου το ιρακινό πετρέλαιο έβρισκε διέξοδο στις αγορές. Έρευνες του ΟΗΕ φέρεται να έδειχναν τον Λακχανί ως τον μεσάζοντα των προμηθειών στην αλυσίδα που είχε δημιουργηθεί για τις εξαγωγές του ιρακινού πετρελαίου.
Μετά την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ το 2003 και την πτώση του Σαντάμ Χουσεϊν, ο Λακχανί είδε μία νέα ευκαιρία στο Βορρά. Η Περιφερειακή Κυβέρνηση του Κουρδιστάν αναζητούσε οικονομική ανεξαρτησία από τη Βαγδάτη. Μεταξύ 2014 και 2017, ενώ οι Κούρδοι πολεμούσαν κατά του ISIS, ο Λακχανί έγινε ο “αρχιτέκτονας” των εξαγωγών πετρελαίου τους μέσω του τουρκικού λιμανιού Τσεϊχάν. Είχε εξελιχθεί σε γεωπολιτικό μεσολαβητή, εξασφαλίζοντας συμφωνίες προπληρωμής από διεθνείς οίκους.
Εκείνη την περίοδο φέρεται να σφυρηλατήθηκε και η σχέση του με τη την ρωσική πετρελαϊκή εταιρεία, για την οποία γινόταν λόγος στην πρόσφατη απόφαση κυρώσεων της ΕΕ. Ο Λακχανί ήταν ο άνθρωπος που διευκόλυνε την είσοδο της Rosneft στις κουρδικές πετρελαϊκές υποδομές, μια κίνηση που έδωσε στη Μόσχα τεράστιο στρατηγικό πλεονέκτημα έναντι της Τουρκίας και του Ιράκ.
Η σχέση του Λακχανί με τη Rosneft αποκαλύφθηκε το 2019, όχι από κάποια έκθεσης μυστικών υπηρεσιών, αλλά μέσω μιας δικαστικής διαμάχης που πέρασε “στα ψιλά” της διεθνούς επικαιρότητας. Όπως προκύπτει από δικαστικά έγγραφα που περιήλθαν σε γνώση του ant1news.gr, τον Νοέμβριο του 2019, η εταιρεία του Λακχανί, IMMS Limited (με έδρα την Κύπρο και το Μπελίζ), κατέθεσε αγωγή κατά της λιβανέζικης τράπεζας BankMed, στη Νέα Υόρκη, απαιτώντας την άμεση επιστροφή μιας κατάθεσης ύψους ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων. Η υπόθεση φαινομενικά αφορούσε την κατάρρευση του λιβανέζικου τραπεζικού συστήματος και τα capital controls που είχαν επιβληθεί. Ωστόσο, τα νομικά έγγραφα που κατατέθηκαν αποκαλύπτουν τον μηχανισμό με τον οποίο η Rosneft διακινούσε τα δισεκατομμύριά της.
Τα εν λόγω δικαστικά έγγραφα δείχνουν ότι το ένα δισεκατομμύριο δολάρια που διεκδικούσε ο Λακχανί ήταν κεφάλαια που είχαν “ανακυκλωθεί” από μια αρχική, τεραστίων διαστάσεων προκαταβολή ύψους 800 εκατομμυρίων δολαρίων, την οποία είχε καταβάλει η Rosneft Trading SA, θυγατρική της ρωσικής κρατικής πετρελαϊκής εταιρείας, στην IMMS του Λακχανί από τον Δεκέμβριο του 2017.
Τα έγγραφα της δίκης χαρτογραφούσαν τη διαδρομή αυτών των 800 εκατομμυρίων, αποκαλύπτοντας ένα δίκτυο που είχε στηθεί: Εντολέας για τη μεταφορά των χρημάτων ήταν η Rosneft Trading SA, με έδρα τη Γενεύη. Τα χρήματα έφυγαν μέσω της Gazprombank (Ελβετίας) στη Ζυρίχη και της μητρικής Gazprombank (Μόσχας). Τον κρίσιμο ρόλο του ενδιάμεσου έπαιξε η Citibank στη Νέα Υόρκη, η οποία λειτούργησε ως ανταποκρίτρια τράπεζα για την BankMed. Αυτό το πέρασμα από τις ΗΠΑ ήταν που έδωσε αργότερα τη δικαιοδοσία στα δικαστήρια της Νέας Υόρκης να ασχοληθούν με την υπόθεση. Τελικός αποδέκτης των 800 εκατομμυρίων ήταν η IMMS του Λακχανί, στους λογαριασμούς της στην BankMed της Βηρυτού.
Γιατί η Rosneft έδωσε τόσα χρήματα; Όπως αναφερόταν στα δικαστικά έγγραφα, επρόκειτο για μία προκαταβολή όσον αφορά σύμβαση αγοράς αργού πετρελαίου από το Κουρδιστάν. Εκείνη την περίοδο οι δυτικές κυρώσεις ήδη είχαν περικυκλώσει τη Rosneft, η οποία χρειαζόταν ενδιαμέσους που δεν ήταν αποκλεισμένοι από το διεθνές τραπεζικό σύστημα. Ενδεικτικό είναι το στοιχείο που βρέθηκε στα έγγραφα SWIFT της μεταφοράς των 800 εκατομμυρίων: υπήρχε ρητή δήλωση ότι η πληρωμή είναι “πλήρως συμβατή με τις τομεακές κυρώσεις που διαχειρίζονται το Γραφείο Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ και η ΕΕ”. Αυτό δείχνει ότι η δομή διακίνησης των χρημάτων είχε σχεδιαστεί προσεκτικά για να εκμεταλλευτεί τα νομικά κενά της εποχής, επιτρέποντας στη Rosneft να κινεί κεφάλαια παρά τους περιορισμούς.
Το ποσό του 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων που εγκλωβίστηκε στον Λίβανο φέρεται να δημιουργήθηκε από την ανακύκλωση αυτών των ρωσικών κεφαλαίων. Η IMMS φέρεται να μετέφερε ποσά (250 εκ., 350 εκ. και150 εκ.) από προηγούμενες καταθέσεις, που είχαν χρηματοδοτηθεί από τη Rosneft, σε έναν νέο λογαριασμό.
Η σχέση της IMMS και της ρωσικής κρατικής εταιρείας εμφανιζόταν ιδιαίτερα στενή. Ακόμη και όταν ξέσπασε η κρίση ρευστότητας στον Λίβανο τον Οκτώβριο του 2019, και η BankMed αρνούνταν να απελευθερώσει κεφάλαια για την IMMS, ήταν μια νέα εισροή 56 εκατομμυρίων δολαρίων από τη Rosneft που ανάγκασε την τράπεζα να ξεμπλοκάρει, έστω και προσωρινά, κάποιους λογαριασμούς. Επιπλέον, οι εσωτερικές προβλέψεις ταμειακών ροών της IMMS για τον Οκτώβριο του 2019 έδειχναν προγραμματισμένες πληρωμές εκατομμυρίων από οντότητες όπως τη “Rosneft 2”, τη “Rosneft 3” και την Gazprom Neft Middle East.
Η δικαστική διαμάχη μεταξύ IMMS και Bankmed έληξε τον Απρίλιο του 2020 με έναν συμβιβασμό που κράτησε τα κεφάλαια εγκλωβισμένα στη Βηρυτό, αλλά η αποκάλυψη της σύνδεσης είχε γίνει: Η σχέση της εταιρείας του Λακχανί με τη Rosneft είχε καταγραφεί επισήμως σε νομικά έγγραφα.
Κι ενώ αυτές οι αποκαλύψεις βρίσκονταν εκτός των ραντάρ δημοσιότητας στα αρχεία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Νέας Υόρκης, ο Λακχανί είχε ήδη εδραιώσει την παρουσία του στην Ελλάδα, δημιουργώντας μια ακόμα επιχειρηματική βάση. Η παρουσία του στη χώρα δεν ήταν απλώς “τουριστική” - ήταν δομική και αφορούσε την ενεργειακή ασφάλεια της ευρύτερης περιοχής.
Το 2018, ενώ είχαν ήδη ξεκινήσει οι προκαταβολές της Rosneft, μέσω αυστριακής ετιαρείας του ομίλου του, της Cetracore Energy GmbH, ο Λακχανί εξαγόρασε την ιστορική ελληνική εταιρεία Jetoil, η οποία είχε καταρρεύσει οικονομικά. Το τίμημα της εξαγοράς ανήλθε περίπου στα 107 εκατομμύρια ευρώ, με επιπλέον επενδύσεις 10 εκατομμυρίων για αναβάθμιση υποδομών.
Το “πετράδι του στέμματος” σε αυτή την εξαγορά δεν ήταν μόνο το δίκτυο των περισσότερων από 120 πρατηρίων καυσίμων που διαθέτει η εταιρεία ανά την Ελλάδα. Το πραγματικό έπαθλο ήταν οι εγκαταστάσεις στο Καλοχώρι Θεσσαλονίκης - έναν από τους μεγαλύτερους ιδιόκτητους τερματικούς σταθμούς αποθήκευσης καυσίμων στα Βαλκάνια, με χωρητικότητα που αγγίζει τα 200.000 κυβικά μέτρα.
Η εταιρεία, υπό τον έλεγχο του Λακχανί, εμφάνιζε τζίρο 425 εκατομμυρίων ευρώ το 2024, αν και βαρυνόταν με υποχρεώσεις ύψους 147,5 εκατομμυρίων. Ωστόσο, η στρατηγική της αξία ως κόμβος logistics για την αλυσίδα εφοδιασμού είναι αδιαμφισβήτητη. Την Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2025, το διοικητικό συμβούλιο της Jetoil ανακοίνωσε την αιφνίδια αναστολή όλων των λειτουργιών της. Την ίδια ώρα τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, μαζί με τις στρατηγικές εγκαταστάσεις στο Καλοχώρι, “πάγωσαν” ακαριαία με απόφαση της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες.
Παράλληλα με την επιχειρηματική του δραστηριότητα, ο Λακχανί δεν έκρυβε την προτίμηση του στα νησιά της Ελλάδας. Το πολυτελές γιοτ του, «Mrs L», αξίας περίπου 19 εκατομμυρίων ευρώ, ελλιμενιζόταν για μεγάλα χρονικά διαστήματα στη μαρίνα του Αλίμου και πραγματοποιούσε συχνά ταξίδια στο Αιγαίο. Η δομή ιδιοκτησίας του σκάφους ήταν ενδεικτικός της μεθοδολογίας του Λακχανί. Νομικά, το σκάφος ανήκε σε μια οντότητα με έδρα το Μονακό, την MYA SAM, και ο Λακχανί εμφανιζόταν ως απλός ενοικιαστής μέσω σύμβασης. Στις αρχές του προηγούμενου μήνα το “Mrs L” βρισκόταν στις Κάννες, αλλά αναχώρησε για την παράκτια πόλη Μπιζέρτα της Τυνησίας στις 11 Δεκεμβρίου, σύμφωνα με δεδομένα παρακολούθησης. Τέσσερις ημέρες αργότερα, η ΕΕ πρόσθεσε τον Lakhani στη λίστ κυρώσεων για τον φερόμενο ρόλο του στο ρωσικό εμπόριο πετρελαίου, παγώνοντας τα περιουσιακά του στοιχεία εντός της ευρωπαϊκής επικράτειας.
Στην τελευταία απόφαση της ΕΕ, τα νέα μέτρα δεν περιορίστηκαν σε γενικές απαγορεύσεις αλλά στόχευσαν δίκτυα logistics και τους ενδιάμεσους που επέτρεπαν στη Rosneft και την Gazprom Neft να παρακάμπτουν τις κυρώσεις και να εξάγουν πετρέλαιο μέσω του λεγόμενου “σκιώδους στόλου”. Σε αυτή την απόφαση η ΕΕ υποστηρίζει ότι “o Μουρταζά Λακχανί δραστηριοποιείται σε οικονομικό τομέα που αποτελεί σημαντική πηγή εσόδων για την κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, η οποία είναι υπεύθυνη για την προσάρτηση της Κριμαίας και την αποσταθεροποίηση της Ουκρανίας”.
Κι έτσι η Ελλάδα, με την εφαρμογή των πρόσφατων κυρώσεων βρέθηκε από τη θέση του “ουραγού” με τα πενιχρά 212.000 ευρώ σε δεσμευμένους λογαριασμούς, να έχει ακινητοποιήσει περιουσιακά στοιχεία και εμπορικές ροές αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ.