Ποιοι παράγοντες στήριξαν την απασχόληση την τελευταία τριετία. Οι προβλέψεις για τα επόμενα χρόνια. Πώς σχολιάζει την έρευνα η Ρ. Αντωνοπούλου.
Η σημαντική αύξηση της απασχόλησης, παρά τη στασιμότητα του ΑΕΠ, αντανακλά την επώδυνη αναδιάρθρωση και τη σταδιακή αύξηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Η ανάκαμψη των επιχειρηματικών επενδύσεων αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη δημιουργία περισσότερων θέσεων εργασίας υψηλότερης ποιότητας.
Σύμφωνα με την ΕτΕ, η ελληνική αγορά εργασίας εμφανίζει δυναμική διατηρήσιμης ανάκαμψης την τελευταία τριετία, σε ένα περιβάλλον μειούμενης ή στάσιμης οικονομικής δραστηριότητας. Η βελτίωση αυτή έρχεται μετά τη δραματική συρρίκνωση της απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα κατά 1,1 εκατομμύρια θέσεις (ή 23% σωρευτικά) μεταξύ 2009 και 2013 – εκ των οποίων οι 780 χιλιάδες ήταν μισθωτοί και οι 320 χιλιάδες αυτοαπασχολούμενοι και άμισθοι εργαζόμενοι σε οικογενειακές επιχειρήσεις. Οι ανωτέρω απώλειες οδήγησαν το ποσοστό ανεργίας στο ιστορικό υψηλό του 27,8% το 2ο εξάμηνο του 2013.
Η δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης σε ένα περιβάλλον αδύναμης οικονομικής δραστηριότητας και σχετικά υψηλής αβεβαιότητας είναι αξιοσημείωτη. Η απασχόληση στον ιδιωτικό τομέα αυξήθηκε κατά 150 χιλιάδες θέσεις (ή 5,2% σωρευτικά) από τα μέσα του 2014 μέχρι και το 1ο τρίμηνο του 2017, με το μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης της απασχόλησης να ανέρχεται στο υγιές 1,5%, σε μια περίοδο που το ΑΕΠ παρέμεινε σχεδόν στάσιμο. Το ποσοστό ανεργίας έχει υποχωρήσει κατά 6 ποσοστιαίες μονάδες, στο 21,7% τον Απρίλιο του 2017 (χαμηλό πενταετίας), παραμένοντας, ωστόσο, υπερδιπλάσιο του μέσου όρου της ευρωζώνης.
Αναμφισβήτητα, η βελτίωση αυτή ξεκινά από πολύ χαμηλή αφετηρία, μετά την πολυετή συρρίκνωση. Είναι εύλογες οι επισημάνσεις που γίνονται, συχνά, αναφορικά με την ποιότητα τμήματος των θέσεων εργασίας που δημιουργούνται, δεδομένου του σημαντικού ρόλου των ευέλικτων μορφών απασχόλησης με σχετικά μικρό αριθμό εβδομαδιαίων ωρών εργασίας, και συχνά επισφαλή χαρακτηριστικά. Ωστόσο, δεδομένου του πολύ υψηλού ποσοστού ανεργίας και της φυγής τουλάχιστον 450 χιλιάδων Ελλήνων προς το εξωτερικό την τελευταία οκταετία – γεγονός που αποδυναμώνει το μακροχρόνιο αναπτυξιακό δυναμικό – η δυνατότητα της οικονομίας να ανοίγει νέες θέσεις στον ιδιωτικό τομέα με αυξανόμενο ρυθμό αποτελεί αναγκαιότητα στο αρχικό στάδιο σταθεροποίησης και ανάκαμψης της οικονομίας. Δεδομένου, μάλιστα, και του ασθενούς πλέγματος κοινωνικής προστασίας όπως και των δημοσιονομικών περιορισμών, η ανωτέρω εξέλιξη αποτελεί και κοινωνική αναγκαιότητα, προκειμένου να εξασφαλιστεί μία αναγκαία ροή εισοδήματος προς ένα σημαντικό αριθμό νοικοκυριών. Παράλληλα, η επιταχυνόμενη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας είναι απαραίτητη προκειμένου να ανακοπεί η περαιτέρω εκροή πολύτιμου ανθρώπινου κεφαλαίου, η οποία αποδυναμώνει τις μελλοντικές προοπτικές ανάκαμψης της οικονομίας. Αυτό θα συμβεί εάν το άνοιγμα νέων θέσεων συνδυαστεί με βελτιούμενη ποιότητα απασχόλησης, όσο η οικονομική ανάκαμψη θα αρχίσει να παγιώνεται.
Από την ανάλυση των τάσεων της απασχόλησης την τελευταία τριετία, βάσει στατιστικών δεδομένων και εμπειρικών συσχετίσεων που επιχειρεί η Δ/νση Οικονομικής Ανάλυσης της ΕΤΕ, προκύπτουν τα ακόλουθα βασικά συμπεράσματα:
Οι ανωτέρω τάσεις αποτυπώνονται στις ραγδαία αυξανόμενες ροές μισθωτής απασχόλησης που καταγράφονται στο σύστημα ΕΡΓΑΝΗ και φανερώνουν τη μεγάλη εργασιακή κινητικότητα και ευελιξία της αγοράς. Είναι ενδεικτικό ότι οι σωρευτικές ετήσιες προσλήψεις και αποχωρήσεις προσέγγισαν το 60% της συνολικής απασχόλησης (ή 2 εκατομμύρια περίπου σε ετήσια βάση) το 2016, περίπου τριπλάσιες από την περίοδο 2010-2013. Τα ποσοστά αυτά είναι πρωτόγνωρα για την ελληνική οικονομία και καταδεικνύουν ότι σημαντικός αριθμός εργαζομένων αλλάζει θέση εργασίας ή ανανεώνει τις συμβάσεις του μία ή περισσότερες φορές το χρόνο. Το χαρακτηριστικό αυτό αναμένεται να υποβοηθήσει την αναδιάταξη της απασχόλησης στους πλέον αποδοτικούς τομείς κατά τη φάση της ανάκαμψης και να συνοδευτεί με αύξηση των μέσων εργάσιμων ωρών μηνιαίως, αλλά και του μέσου ωρομισθίου, ώστε τα τελευταία να συμβαδίζουν με τη σταδιακή βελτίωση της παραγωγικότητας.
Οι πλέον πρόσφατες τάσεις στην αγορά εργασίας είναι ενθαρρυντικές. Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης της απασχόλησης παραμένει ισχυρός, το μέσο ωρομίσθιο εμφανίζει τάση σταθεροποίησης, η μέση διάρκεια των συμβολαίων ορισμένου χρόνου έχει ανακάμψει από το ιστορικό χαμηλό στις αρχές του 2016, ενώ εξωστρεφείς τομείς δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας. Η διατήρηση, όμως, και επαύξηση αυτής της δυναμικής συναρτάται άμεσα από την ανάκαμψη των παραγωγικών επενδύσεων μετά την πολυετή από-επένδυση, η οποία έχει οδηγήσει το λόγο του δείκτη απασχόλησης ως προς τις επιχειρηματικές επενδύσεις σε επίπεδο 23% υψηλότερο από τον 30-ετή μέσο όρο, προκαλώντας αρνητικές συνέπειες στην παραγωγικότητα. Η διόρθωση αυτής της προφανούς δυσαρμονίας μεταξύ απασχόλησης και κεφαλαίου θα απαιτήσει, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Δ/νσης Οικονομικής Ανάλυσης της ΕΤΕ, μία, τουλάχιστον, πενταετία, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ρυθμός αύξησης των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου (εκτός κατοικιών) θα πρέπει να διατηρηθεί, κατά μέσο όρο, σε επίπεδο υψηλότερο του 8%, ετησίως. Μία τέτοια αύξηση των επενδύσεων είναι απαραίτητη προκειμένου να υποστηρίξει τη δημιουργία θέσεων εργασίας με υψηλότερη ποιότητα, παραγωγικότητα και αμοιβές, σε ένα μεγαλύτερο εύρος τομέων οικονομικής δραστηριότητας, που να χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερη ένταση εξειδικευμένης εργασίας και κεφαλαίου.
Σύμφωνα με τις εμπειρικές εκτιμήσεις της Δ/νσης Οικονομικής Ανάλυσης της ΕΤΕ, στο βασικό σενάριο όπου οι παραγωγικές επενδύσεις προβλέπεται να αυξάνονται κατά 8,5%, ετησίως, την περίοδο 2017-2019, – συμβαδίζοντας με ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ ύψους 2%, ετησίως, την ίδια περίοδο – θα δημιουργηθούν 230 χιλιάδες νέες θέσεις απασχόλησης έως τα τέλη του 2019, οδηγώντας το ποσοστό ανεργίας χαμηλότερα του 18,5% από 21,7% σήμερα. Σε ένα δυσμενέστερο σενάριο, όπου ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης των επενδύσεων περιορίζεται στο 3%, και συμβαδίζει με ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ ύψους 1%, ετησίως, η αύξηση της απασχόλησης θα είναι κατά 70 χιλιάδες θέσεις χαμηλότερη στην τριετία 2017-2019, με το ποσοστό ανεργίας να παραμένει υψηλότερο του 20% το 2019.
Σχολιάζοντας την έρευνα της Εθνικής Τράπεζας, η Αναπληρ. Υπουργός Εργασίας για την Καταπολέμηση της ανεργίας, σε ανάρτηση της στο Twitter, αναφέρει: